Η οικονομική κρίση και τα ελληνικά μέτρα

*Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Η Ναυτεμπορική» (30-6-2009)

Ολόκληρη η υφήλιος παρακολουθεί τις προσπάθειες των ανά των κόσμο κυβερνήσεων να ξεπεράσουν την παγκόσμια οικονομική κρίση. Οι κύριοι στόχοι των προσπαθειών τους είναι να μην καταρρεύσουν τα χρηματοπιστωτικά συστήματα και να μην χαθούν περαιτέρω θέσεις εργασίας.

Στην Ελλάδα το πρόβλημα δεν έχει να κάνει μόνο με τις επιχειρήσεις και την ανεργία, αλλά με την ίδια την οικονομική υπόσταση της χώρας μας. Δυστυχώς, οι προβλέψεις για παντός είδους εισπράξεις διαψεύστηκαν. Ομοίως και οι στόχοι για τα μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας. Το αποτέλεσμα των κακών υπολογισμών και της ατυχούς παγκόσμιας οικονομικής συγκυρίας μας έφερε υπόλογους απέναντι στις Βρυξέλλες με έλλειμμα που αγγίζει το 5% του ΑΕΠ. Τώρα η κυβέρνηση προσπαθεί να μειώσει το ποσοστό του ελλείμματος με νέους φόρους αλλά και μέτρα για να κινηθεί η «παγωμένη» αγορά. Οι λύσεις όμως αυτές δεν ήταν οι μόνες που εφάρμοσαν άλλες οικονομικά προηγμένες χώρες.

Στην αρχή της παγκόσμιας κρίσης σχεδόν όλες οι οικονομίες προέβησαν στην ενίσχυση των τραπεζοοικονομικών συστημάτων τους με πακέτα εκατοντάδων δισεκατομμυρίων. Οι ΗΠΑ στήριξαν τον τραπεζικό κλάδο με 700 δις δολαρίων, η Ρωσία διευκόλυνε αρχικά τα τραπεζικά ιδρύματα της χώρας με το ποσό των 50 δις δολαρίων, ενώ η Γερμανία ανακοίνωσε σχέδιο στήριξης του χρηματοοικονομικού κλάδου ύψους 642 δις δολαρίων. Το ίδιο συνέβη και στη χώρα μας με το πακέτο στήριξης των 28 δις ευρώ στις τράπεζες. Όμως, τα περιβόητα πακέτα ενίσχυσης αποτελούν στη πραγματικότητα δάνεια για τις ίδιες τις χώρες που τα παρέχουν, τα οποία τιτλοποιούνται σε ομόλογα. Συγκεκριμένα, στη περίπτωση της Ελλάδας επειδή πρόκειται για ομόλογα υψηλού ρίσκου, παρέχουν υψηλές αποδόσεις στους «ριψοκίνδυνους». Τα πακέτα όμως αυτά ήδη έχουμε αποδεχτεί ότι θα τα αποπληρώνουν οι φορολογούμενοι για δεκαετίες. Συνεπώς, η λύση αυτή δύσκολα θα μπορούσε να τύχει περαιτέρω χρήσης στη χώρα μας.

Κάτω από άλλες συνθήκες, ίσως να θεωρούνταν συνετή η λύση της υποτίμησης του εθνικού μας νομίσματος. Ήδη στις περισσότερες χώρες της ανατολικής Ευρώπης έχουν υποτιμηθεί αρκετά εθνικά νομίσματα. Το πολωνικό ζλότυ έχει υποτιμηθεί περίπου 45% έναντι του ευρώ από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως σήμερα, το ουγγρικό νόμισμα έχει διολισθήσει την ίδια περίοδο περίπου 30% και το ουκρανικό νόμισμα περίπου 50%. Βέβαια, είναι διάφορη η επίπτωση που μπορεί να είχε μια τέτοια επιλογή αναφορικά με την επιβάρυνση του ισοζυγίου από την ανατίμηση εισαγόμενων προϊόντων και κυρίως τα καύσιμα. Όμως το γεγονός ότι βρισκόμαστε στη ζώνη του Ευρώ δεν επιτρέπει ακόμα τέτοιες σκέψεις.

Μια άλλη λύση που προτάθηκε πολύ πρόσφατα ήταν η δημιουργία ενός παγκόσμιου νομίσματος, ώστε να εξαλειφθεί ο κίνδυνος ανταγωνιστικών υποτιμήσεων εθνικών νομισμάτων . Όμως, κρίθηκε στην σύνοδο των G20 τον περασμένο Απρίλιο ότι ήταν άκαιρη η περαιτέρω συζήτηση αυτή της πρότασης, κυρίως λόγω της επιθυμίας των αμερικανών να μην αμφισβητήσει κανείς την παντοκρατορία του δολαρίου.

Ακόμη πιο παρακινδυνευμένη είναι η λύση μικρών δόσεων αποπληθωρισμού. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους των οικονομολόγων είναι ο αποπληθωρισμός, διότι δίνει την αίσθηση κινούμενης άμμου: στην αρχή νιώθεις ότι πρόκειται για κάτι που μπορείς να ξεπεράσεις εύκολα και γρήγορα, αλλά εάν δεν γίνει καμία κίνηση σε τράβηξε μέσα χωρίς να καταλάβεις τίποτα. Με απλά λόγια, θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τον αποπληθωρισμό ως την μείωση των οικονομικών αξιών κάτω από τις πραγματικές τους αξίες. Το φαινόμενο αυτό αρχικά δίνει την αίσθηση ότι, για παράδειγμα, οι μισθοί επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες των μισθωτών καθώς οι τιμές των αγαθών είναι χαμηλές. Όμως, μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να είχε ολέθριες συνέπειες για τις οικονομίες καθώς στην ουσία θα συνιστούσε μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Συνοψίζοντας, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για νέες κινήσεις. Ευτυχώς, σύμφωνα με τους οικονομολόγους η παγκόσμια οικονομία δεν έχει εισέλθει σε βαθιά και παρατεταμένη ύφεση, διότι σε αυτή τη περίπτωση θα παρατηρούσαμε μείωση άνω του 10% στο παγκόσμιο ΑΕΠ σε διάστημα που υπερβαίνει το έτος. Όμως, ο εχθρός της χώρας μας δεν βρίσκεται μόνο εκτός των τειχών της. Η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει τους κακούς χειρισμούς του παρελθόντος, που σε συνδυασμό με την παγκόσμια κακή οικονομική συγκυρία δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει καινοτόμες λύσεις. Συμπερασματικά, επιστρέφουμε στην επιβολή νέων φόρων και στη θέσπιση μέτρων για να κινηθεί η αγορά. Η διαπίστωση, όμως, παραμένει ότι και πάλι στόχος της κυβέρνησης είναι να ενισχυθούν «οι αδύναμοι, καθώς και οι μισθωτοί και οι μικρές επιχειρήσεις, η ραχοκοκαλιά της οικονομίας. Όλοι εκείνοι δηλαδή, που δεν φταίνε και δεν προκάλεσαν τη κρίση, πάνω στους οποίους, όμως, οι ισχυροί και υπεύθυνοι για τη κρίση θέλουν να μετακυλήσουν τις συνέπειές της[1]».


[1] Νίκος Κοτζιάς στην εισαγωγή του βιβλίου «Η κρίση του 2008 και η επιστροφή των οικονομικών της ύφεσης», Πωλ Κρουγκμαν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s