Ελληνική οικονομία: Μεσοπρόθεσμη υποτίμηση;

* Το παρόν δημοσιεύτηκε στο οικονομικό portal Capital.gr (29-8-2011)

Αποτελεί πραγματικότητα ότι η χώρα μας διέρχεται μία από τις κρίσιμες περιόδους της οικονομίας της. Οι αρνητικοί οικονομικοί δείκτες αυξάνονται σε αντίθεση με τα θετικά οικονομικά μεγέθη τα οποία μειώνονται. Η νομισματική σταθερότητα της ζώνης του Ευρώ έχει δώσει την θέση της σε ένα κλίμα συνολικής ευρωπαϊκής -κι όχι μόνο- ανησυχίας δεδομένης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ειδικότερα όπως αυτή αποτυπώνεται στα δημοσιονομικά στοιχεία σημαντικών οικονομιών. Σε αυτό το κλίμα, η χώρα μας «πέτυχε» τη χρηματοδότησή της από έναν πρωτόγνωρο παγκόσμιο μηχανισμό στήριξης για τις επόμενες δεκαετίες. Ωστόσο, η επιτυχία αυτή στην ουσία αποτελεί την σημαντικότερη απόδειξη αποτυχίας της εθνικής μας οικονομίας, καθόσον τα λάθη του παρελθόντος κι οι προσταγές των δανειστών μας μάς έχουν οδηγήσει επίσημα σε ύφεση κι ανεπίσημα σε υποτίμηση.

Σύμφωνα με έναν ευρύ ορισμό, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) μίας χώρας συνιστάται στην συνολική αξία σε χρηματικές μονάδες όλων των τελικών αγαθών και υπηρεσιών που παράγει μια οικονομία σε μια ορισμένη χρονική περίοδο, συνήθως ένα έτος. Με βάση αυτόν τον ορισμό, εφόσον τα αγαθά και οι υπηρεσίες τις οποίες παράγει μία οικονομία μειωθούν σε χρηματική αξία, κατά συνέπεια μειώνεται και το ΑΕΠ της συγκεκριμένης χώρας. Η χώρα μας αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Ενδεικτικά, το ΑΕΠ της χώρας μας παρουσίασε κατά το 2ο τρίμηνο του 2011 μείωση κατά 6,9% σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2010, ενώ οι προβλέψεις για το 2012 παραμένουν αρνητικές, σύμφωνα και με τις κυβερνητικές προβλέψεις.

Ωστόσο, η μείωση του ΑΕΠ της Ελλάδας μέσα σε ένα ενιαίο νομισματικό σύστημα δεν αφήνει τα περιθώρια στην κυβέρνηση για σκέψεις νομισματικής υποτίμησης. Όμως, στην ουσία υφιστάμεθα μία έμμεση υποτίμηση. Από τη στιγμή κατά την οποία οι μισθοί, ως βασικό εισόδημα, της μέσης ελληνικής οικογένειας περιορίζονται σημαντικά -σε συνδυασμό με τον περιορισμό αρκετών εργατικών δικαιωμάτων- κι οι υποχρεώσεις της αυξάνονται, μέσα από την επιβολή σημαντικών άμεσων ή έμμεσων φόρων και την αύξηση των επιτοκίων, αποτελεί μονόδρομο το «πάγωμα» της οικονομίας και κατά συνέπεια η μείωση της αξίας των αγαθών και των υπηρεσιών. Με απλά λόγια, από τη στιγμή που δεν υφίστανται οι ίδιοι με το παρελθόν πόροι και η ζήτηση περιορίζεται, εκ των πραγμάτων, είναι απαραίτητο όταν χρειαζόμαστε -για παράδειγμα- μία υπηρεσία να την αναζητούμε με το μικρότερο δυνατό κόστος από εκείνον ο οποίος μπορεί να μας την προσφέρει πιο «φτηνά». Όποιος δεν είναι σε θέση να προσφέρει τη ζητούμενη υπηρεσία πιο «φτηνά» δεν θα μπορέσει να συνεχίσει να παραμένει στην αγορά επί μακρόθεν, κάτω από τους ανωτέρω όρους. Επιπλέον, εάν ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να αντεπεξέλθει στις ήδη γεννημένες προς τρίτους δικές του υποχρεώσεις αναμφίβολα θα οδηγηθεί σύντομα σε παύση εργασιών. Για το λόγο αυτό σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, παρατηρούνται έντονα σημαντικές μονοπωλιακές πρακτικές, δεδομένου ότι εκείνοι οι οποίοι τελικά επιβιώνουν είναι οι «μεγάλοι παίκτες». Ενδεικτικά, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε το παράδειγμα των μεγάλων αλυσίδων super market, τα οποία -με εξαίρεση το λουκέτο της Ατλάντικ- επιδεικνύουν όχι μόνο αντοχές, αλλά και καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με το 2010, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς που έχουν δημοσιεύσει, αυξάνοντας τον κύκλο εργασιών και την κερδοφορία τους.

Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι βρισκόμαστε σε μία φάση εσωτερικής άτυπης υποτίμησης. Η μεγαλύτερη επιβεβαίωση έρχεται μέσα από τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ). Σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωσή της, ιδιαίτερη αύξηση σημείωσαν οι ελληνικές εξαγωγές τον μήνα Ιούνιο, καθώς ενισχύθηκαν κατά 35,8% σε ετήσια βάση, καθόσον ανήλθαν σε 1,938 δισ. ευρώ, ποσό που εκπροσωπεί την δεύτερη καλύτερη επίδοση τους τελευταίους 30 μήνες. Άλλωστε, νωρίτερα, με σημαντική αύξηση κατά 10,7% στην αξία των ελληνικών εξαγωγών έκλεισε το 2010, καθώς η οικονομική κρίση «έσπασε» τις τιμές πολλών προϊόντων, ενώ η πτώση της ζήτησης στο εσωτερικό ώθησε πολλές επιχειρήσεις να αναζητήσουν διεξόδους σε ξένες αγορές. Επιπλέον, σε αυτό το κλίμα θα πρέπει να προσθέσουμε τις σημαντικές απώλειες του Χρηματιστηρίου Αξιών της Αθήνας, του οποίου ο Γενικός Δείκτης εμφανίζει τριψήφιο αριθμό -επίπεδα 1996!!!, ενώ η κεφαλαιοποίηση μεγάλων εισηγμένων εταιριών έχει φτάσει στο ναδίρ.

Η ελληνική οικονομία αποτέλεσε μία κατ’ εξοχήν ρυθμισμένη κρατικά οικονομία, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τον τύπο, δεδομένης της έντονης παρουσίας του κράτους σε όλες τις εκφάνσεις της οικονομίας μέσα από την εταιρική του συμμετοχή σε πολλά σχήματα αλλά και τη παροχή των «γραφειοκρατικών» του υπηρεσιών στους υποψήφιους επενδυτές. Ωστόσο, το γεγονός αυτό καθ’ εαυτό αποτελεί μείζον πρόβλημα. Η παρουσία του κράτους στην οικονομία ανάγεται σε πρόβλημα από τη στιγμή κατά την οποία οι νόμοι δεν λειτουργούν με ίσους όρους για όλους τους παίκτες. Στη χώρα μας το κράτος δίνει το ρυθμό της οικονομίας. Σήμερα, οι επιλογές του επιβαρύνουν την αγορά, η οποία συναρτάται άμεσα από τις κυβερνητικές επιλογές. Οι αλλαγές επί αλλαγών των μέτρων που κατ’ εξουσιοδότηση της τρόικας μας επιβάλλονται έχουν φέρει αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Λίγους μήνες πριν, κανένας πολιτικός δεν τολμούσε να μιλήσει για ύφεση, αλλά τώρα ακόμη κι ο Υπουργός Οικονομικών Ευάγγελος Βενιζέλος παραδέχτηκε πρόσφατα στο Reuters ότι η ελληνική οικονομία θα συρρικνωθεί με ρυθμό 3,9% φέτος, ενώ πριν λίγες ημέρες αναθεώρησε με σκέψεις του ακόμη και για 4,5%, αν και η προηγούμενη εκτίμηση της κυβέρνησης ήταν για ύφεση 3,5%. Μήπως λοιπόν είναι καιρός να συζητάμε και για εσωτερική υποτίμηση;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s