Γνωριμία με το θεσμό της Διαιτησίας

* Το συγκεκριμένο άρθρο δημοσιεύτηκε στο νομικό περιοδικό ΝΟΜΙΚΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ (Τεύχος , 19)

«… Εκτελεστοί τίτλοι είναι… β) οι διαιτητικές αποφάσεις…» Άρθρο 904, παρ. 2 ΚΠολΔ

Η διαιτησία αποτελεί τη βασικότερη ίσως εναλλακτική μέθοδο επίλυσης διαφορών σε σχέση με τη δικαστηριακή οδό. Θεμέλιο λίθο της διαιτησίας αποτελεί η βούληση των μερών να υπάγουν τις όποιες διαφορές προκύψουν από μία ορισμένη έννομη σχέση όχι στα δικαστήρια, αλλά στους διαιτητές, οι οποίοι θα εκδώσουν μία απόφαση νομικά δεσμευτική για τα μέρη. Το κατά πόσο οι διαιτητές είναι δικαστές, σύμφωνα με τη νομική έννοια του όρου, έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης. Στο σημείο αυτό αρκεί να αναφέρουμε ότι η σύγχρονη τάση είναι αντίθετη προς αυτή τη θέση (πρβλ. Nordsee κατά Reederei, ΔΕΚ, αριθμ. υποθ. 102/81 σε συνδ. Άρθρο 234 (πρ. 177) ΕΚ ).

Η διαιτησία αποτελεί θεσμό γνωστό από την εποχή των Ρωμαίων. Σύμφωνα με το Ρωμαϊκό δίκαιο τα μέρη είχαν τη δυνατότητα να εισάγουν στη συμφωνία τους ένα διπλό όρο (com-promissum), ο οποίος θα προέβλεπε ότι εάν ένα μέρος δεν τιμούσε τη συμφωνία διαιτησίας ή τη διαιτητική απόφαση, θα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει στο αντισυμβαλλόμενο μέρος ένα είδος ποινικής ρήτρας. Σε αυτή την περίπτωση τα ρωμαϊκά δικαστήρια δε θα εκτελούσαν τη συμφωνία διαιτησίας ή τη διαιτητική απόφαση, αλλά θα επέβαλλαν τη καταβολή της ποινικής ρήτρας. Από τότε μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει, αλλά όχι η βασική ιδέα της διαιτησίας που έγκειται στη συμφωνία αντισυμβαλλομένων μερών να φέρουν μία διαφορά τους προς επίλυση μπροστά σε ένα τρίτο μέρος κοινής αποδοχής.

Σε διεθνές επίπεδο τα τελευταία χρόνια είναι γεγονός ότι όλο και περισσότερες συμφωνίες περιέχουν ρήτρες διαιτησίας. Το γεγονός αυτό οφείλεται στα σημαντικά πλεονεκτήματα που εμφανίζει η διαιτησία, με κυριότερα την ελαστικότητα και την εμπιστευτικότητα των διαδικασιών, την επιλογή διαιτητή από τα μέρη και την ταχύτητα της διαδικασίας. Εξάλλου, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο (με τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης περί Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων – 1958, για την Ελλάδα βλπ. ν.δ. 4220/1961) οι διαιτητικές αποφάσεις έχουν άμεση εκτελεστότητα (Άρθρο 3 της ανωτ. Σύμβασης). Στον αντίποδα βρίσκονται το κόστος, οι περιορισμοί των εξουσιών των διαιτητών, η έλλειψη δεσμευτικότητας της διαιτητικής απόφασης για μη συμβληθέντα μέρη και η έλλειψη νομολογιακής ισχύς παρελθόντων διαιτητικών αποφάσεων. Είναι γεγονός ότι τόσο τα πλεονεκτήματα, όσο και τα μειονεκτήματα, δεν είναι απόλυτα, αλλά τίθενται υπό αμφισβήτηση, καθώς κάθε διαιτησία εμφανίζει ξεχωριστές ιδιαιτερότητες και κατά συνέπεια ξεχωριστές ανάγκες.

Επίσης, σε διαιτησία δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν όλες ανεξαιρέτως οι διαφορές που είναι δυνατόν να ανακύψουν από μία ορισμένη έννομη σχέση. Κατά κύριο λόγο σε διαιτησία είναι δυνατόν να υπαχθούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εάν τα μέρη που συμφωνούν να τις υπαγάγουν, «έχουν την εξουσία να διαθέτουν ελεύθερα το αντικείμενο της διαφοράς» ( Άρθρο 867 ΚΠολΔ). Συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν σε διαιτησία διαφορές δημοσίου δικαίου, όπως τα ζητήματα ποινικού δικαίου. Παραδείγματα ζητημάτων μη δυνάμενα να υπαχθούν σε διαιτησία αποτελούν οι διαφορές οικογενειακού δικαίου, πτωχευτικού δίκαιου και τα ζητήματα της κατοχύρωσης σημάτων και ευρεσιτεχνιών. Όριο στο τι δύναται να αποτελέσει και τι όχι αντικείμενο διαιτησίας αποτελεί η δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Βέβαια, η σύγχρονη τάση, τουλάχιστον σε διεθνές επίπεδο, είναι να δίνεται η δυνατότητα στα μέρη να υπαγάγουν σε διαιτησία όλο και περισσότερα θέματα, τα οποία παλαιότερα βρίσκονταν στο απυρόβλητο της δημόσιας τάξης.

Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της διαιτησίας είναι ότι «η διαιτητική απόφαση δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα» (Άρθρο 895, παρ. 1 ΚΠολΔ). Το γεγονός αυτό αφενός εξασφαλίζει ταχύτητα στην έκδοση διαιτητικής απόφασης με ισχύ εκτελεστού τίτλου, αφετέρου δεν είναι απόλυτο, δεδομένου ότι δίνεται η δυνατότητα ολικής ή μερικής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης με δικαστική απόφαση, αλλά για συγκεκριμένους και περιορισμένους λόγους, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικά στο νόμο, ενώ η άσκηση της αγωγής ακύρωσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης.

Επιπρόσθετα, είναι δυνατόν τα μέρη να υπαγάγουν μία διαφορά σε διαιτησία είτε σε κάποιο μόνιμο διαιτητικό δικαστήριο, όπως αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 902 ΚΠολΔ, είτε να συστήσουν ένα ad hoc διαιτητικό δικαστήριο σύμφωνα με τις ανάγκες τους.

Όσον αφορά στην Ελλάδα, στις εμπορικές διαιτησίες, οι οποίες δεν ενέχουν κάποιο στοιχείο αλλοδαπότητας, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠολΔ (Άρθρα 867 επ.), ενώ για τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες ισχύει ο Νόμος 2735/1999 (ετέθη σε εφαρμογή στις 18 Αυγούστου 1999) με τον οποίο η Ελλάδα υιοθέτησε τον πρότυπο νόμο της UNCITRAL σχετικά με τη Διεθνή Εμπορική Διαιτησία. Ακόμη, είναι δυνατόν μία διαιτησία να λάβει χώρα σύμφωνα με τους κανονισμούς μόνιμων διαιτητικών δικαστηρίων, τα οποία έχουν συσταθεί από οργανισμούς, όπως το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (ICC).

Συνοψίζοντας, ο θεσμός της διαιτησίας εμφανίζει τόσο ενδιαφέρον, όσο και ευελιξία, υπό τη προϋπόθεση ότι τα μέρη – και σύμφωνα με τις υποδείξεις των δικηγόρων τους – κάνουν σωστή χρήση, η οποία αποτελεί συνάρτηση τόσο των αναγκών τους, όσο και της επίδικης διαφοράς. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν απαντάται ευρεία χρήση του θεσμού, κάτι το οποίο οφείλεται εν μέρει τόσο στην έλλειψη εξοικείωσης με το θεσμό, όσο και στη νοοτροπία αγοράς. Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια ο θεσμός πιθανότατα θα γνωρίσει και στην Ελλάδα την άνθιση που επιβάλλει η διεθνής εμπορική πραγματικότητα.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s